καιλοῖα

καιλοῖα,
A v. κελοῖα. [full] καὶ.μήν, v. μήν 11.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κελοία — κελοῑα και καιλοῑα, ή πιθ. τὰ κελύα, κελέα, καλῆα, κελεῑα, ἡ (Α) επιγρ. (στη Σπάρτη) ονομασία αγωνίσματος παιδιών και εφήβων. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.